ΦΑΡΟΣ ΠΑΠΑΣ ΙΚΑΡΙΑ www.faroi.com

ΦΑΡΟΣ ΨΑΡΟΜΥΤΑΣ

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2009

Συνέντευξη από έναν Φαροφύλακα

Τι είναι οι φάροι και από τι αποτελούνται;
Σπίτια είναι και αυτά, όπως βλέπεις ένα σπίτι με τη διαφορά πως πάνω πάνω έχει ένα πύργο ψηλό που είναι το φανάρι όπως λέμε, ο φάρος. Αυτά τα σπίτια όμως δεν είναι μέσα στα χωριά, ούτε μέσα στις πολιτείες είναι πάνω στα ακρωτήρια, είναι σε διάφορα λιμάνια στην είσοδο των λιμανιών για να βλέπουν τα βαπόρια να μπαινοβγαίνουν και όπως σου είπα, πάνω στους κάβους, για να δείχνουν την πορεία των βαποριών. Ο Φάρος δουλεύει με πετρέλαιο που μπαίνει κάτω. Αυτός ο πύργος από μέσα είναι κούφιος και έχει σκαλοπάτια και ανεβαίνει πάνω ο φαροφύλακας για να ανάψει Το πετρέλαιο μπαίνει κάτω στη βάση του πύργου έχει δύο δοχεία σιδερένια και μεγάλα. Στο ένα βάζεις το πετρέλαιο και στο άλλο βάζουμε αέρα με μια τρόμπα. Τα δύο δοχεία συγκοινωνούν με ρουμπινέτα. Ανοίγεις τα ρουμπινέτα και πάει ο αέρας και πιέζει το πετρέλαιο και με την πίεση που έχει το πετρέλαιο το στέλνει απάνω και γίνεται η καύση. Αυτές οι λάμπες δεν είναι σαν τις συνηθισμένες λάμπες πετρελαίου, είναι κάπως διαφορετικές και στην κορυφή της λάμπας έχουν αμίαντο που λέγεται φωτοβολίδα. Το βάζεις πάνω στη λάμπα και αφού γίνει η προθέρμανση –το προθερμαίνεις το πετρέλαιο για να γίνει αέριο- ανοίγεις το ρουμπινέτο και αυτό αρχίζει να βγάνει σιγά σιγά σαν ξερό ατμίκιο και πάει πάνω στον αμίαντο. Βάζεις λοιπόν φωτιά και έτσι γίνεται η ανάφλεξη. Αυτό γίνεται μέχρι να φέξει και να το σβήσεις. Αλλά έχει και φανάρια που έχουν και περιστροφή, δηλαδή ανάβουν και περιστρέφονται κιόλας.
Έχουν ένα ειδικό μηχάνημα με γρανάζια και αυτό κινείται με το βάρος. Έχουν δηλαδή ένα βάρος κρεμασμένο με συρματόσχοινο και το βάρος αναγκάζει τα γρανάζια να γυρίζουν και δίνουν την περιστροφή. Ανάβει και γυρίζει σε ορισμένα δευτερόλεπτα. Ο Φάρος του Στενού έκανε έξι στροφές το δευτερόλεπτο. Έχει άλλα που γυρίζουν πιο αργά και κάνουν τρεις ή δύο στροφές. Όλα αυτά είναι γραμμένα σ’ ένα βιβλίο που λέγεται Φαροδιοίκηση και το βλέπει ο καπετάνιος και ξέρει ποιο φανάρι συναντάει.
Πότε χτίστηκαν οι φάροι;
Τώρα δεν ξέρω ποια χρονολογία έχουν χτιστεί, γιατί σ’ όποιο φανάρι έχω πάει δεν έχω βρει χρονολογία. Πάντως είναι παλιά. Πολύ παλιά. Την ονομασία Φάρος την πήραν από ένα νησάκι που ήταν έξω από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου κι ονομαζόταν Φάρος. Λοιπόν οι αρχαίοι θεώρησαν καλό να στήσουν εκεί πάνω μια καλύβα και να καίνε ξύλα, επειδή δεν είχαν εξελιχθεί ακόμα τα φανάρια κι έκαιγαν όλη νύχτα τα ξύλα και έβλεπαν έτσι τα καράβια και πηγαίναν στα λιμάνια. Ονομαζόταν το νησάκι Φάρος και από κει πήρε όλο αυτό το σύστημα το όνομα Φάρος.
Τι σας επηρέασε να γίνετε φαροφύλακας και γιατί διαλέξατε αυτό το επάγγελμα;
Γιατί ο κάθε άνθρωπος διαλέγει ένα επάγγελμα για να ζήσει. Και εγώ διάλεξα αυτό το επάγγελμα. Νόμιζα ότι ήταν καλό. Τέλος πάντων, δεν πέρασα άσχημα. ΤΑ φανάρια είναι άψυχα πράγματα, όπως σου είπα, είναι σπίτια. Μπορείς όμως να έρθεις σε προστριβή με το προσωπικό. Το φανάρι ούτε μιλάει, ούτε λαλάει. Οι φαροφύλακες που είναι μέσα, αυτοί του δίνουν πνοή και ζωή. Και υπάγονται στο Πολεμικό Ναυτικό. Είναι μια υπηρεσία ξεχωριστή, που λέγεται Υπηρεσία Φάρων. Δηλαδή ανήκουν στο Πολεμικό Ναυτικό. Και παίρνεις βαθμούς ανάλογα με τα χρόνια. Κατατάσσεσαι στη σχολή και κάθεσαι εκεί τρεις μήνες και σου μαθαίνουν αυτά τα πράγματα που πρέπει να μάθεις και σε στέλνουν σ’ όποιο φανάρι έχει ανάγκη η υπηρεσία. Εμείς είχαμε πάει 18 άτομα το 1953 και μετά σκορπιστήκαμε άλλος εδώ, άλλος εκεί. Η ζωή είναι μονότονη. Μια ζωή ήσυχη. Πρέπει να κάνεις στη μοναξιά. Άμα κάνεις στη μοναξιά είναι καλά.
Ποιός από τους φάρους της Τήνου είναι ο πιο αγαπημένος σας και γιατί;
Εγώ έκανα στο φανάρι του Στενού και της Λειβάδας. Από 12 χρόνια στο καθένα. Εδώ στον Πάνορμο δεν το πρόλαβα το είχαν κάνει αυτόματο. Πιο καλά ήταν στη Λειβάδα. Γιατί στη Λειβάδα ήταν πάνω στο ακρωτήριο. Ενώ στο Στενό ήταν νησάκι και έρχεσαι σε επαφή με θάλασσα και πρέπει να περάσεις με βάρκα και τις περισσότερες φορές όταν ο καιρός ήταν χαλασμένος, έπρεπε ή να βραχείς ή να μη βγεις έξω για να πάρεις τα τρόφιμα. Η υπηρεσία είχε κανονίσει άτομο που το πλήρωνε κάθε τριμηνία και έκανε το δρομολόγιο της τροφοδοσίας. Πήγαιναν στα σπίτια των φαροφυλάκων, έπαιρνε τα τρόφιμα, τα φόρτωνε στο γαϊδουράκι και τα έφερνε στο Φάρο.
Σε ποιά ηλικία σκεφτήκατε να γίνετε φαροφύλακας;
Εγώ αφού πέρασα τη θητεία μου, μετά πήγα στα φανάρια. Πήγα όταν ήμουν 25 χρονών και έκαμα 29 χρόνια υπηρεσία.
Από μόνος σας διαλέξατε το επάγγελμα αυτό ή σας είχαν συμβουλέψει και οι γονείς σας;
Κοίταξε να δεις, από μόνος μου το διάλεξα, αλλά ήταν και ο πατέρας μου φαροφύλακας, παλιός φαροφύλακας και είχα μια ιδέα από φανάρια. Είπα ν’ ακολουθήσω αυτό το επάγγελμα.
Είναι ωραίο το επάγγελμα του φαροφύλακα;
Είναι επάγγελμα που πρέπει να μπορείς να κάνεις στην ερημιά, στην μοναξιά, γιατί τα φανάρια είναι μέσα στις ερημιές, πάνω στους κάβους. Το προσωπικό είναι 2 άτομα, που είναι μέσα, και άλλοι δύο σε εξόδους.
Σας αρέσουν πολύ οι φάροι και γιατί;
Οι φάροι μου αρέσουν, γιατί είναι το επάγγελμα που διάλεξα να ζήσω.
Μπορείτε να μας πείτε πότε περίπου χτίστηκαν;
Εγώ σε κανένα φανάρι που πήγα δεν βρήκα χρονολογία, πάντως είναι πολύ παλιά 150 χρονών και περισσότερο.
Μπορείτε να μας πείτε λίγα λόγια για τη δουλειά του φαροφύλακα και πως περνάτε;
Η δουλειά του φαροφύλακα είναι ν’ ανάψει, να σβήσει και να συντηρήσει το φάρο. Κατά τα άλλα δεν έχει δουλειά. Με εξαίρεση καμιά μαραγκοδουλειά, όταν έχει φουρτούνα και δεν μπορείς να κάνεις τίποτα άλλο, την κάνεις και περνά η ώρα σου. Πολλά φανάρια έχουν τρεις σειρές τζάμια για να φέγγουν τα μεγάλα φανάρια. Τα μικρότερα έχουν 2 σειρές. Τα φανάρια εδώ στον τόπο μας είναι από τα μικρότερα υπολογίζονται σε πυράγκτος. Υπάρχουν των 35, των 55 και των 85 πυράγκτος τα μεγαλύτερα φανάρια. Υπάρχουν και περιστατικά από αμέλεια τις περισσότερες φορές που πας να τ΄ ανάψεις το φανάρι χαμηλώνει, γιατί είναι ακάθαρτο. Βλέπεις θέλουν και αυτά καθάρισμα, συντήρηση. Υπάρχει ένα εξάρτημα το οποίο είναι πάνω στη λυχνία και γίνεται η καύση. Όταν το χειμώνα οι νύχτες είναι μεγάλες αυτό θέλει κάθε 4 μέρες καθάρισμα, γιατί πιάνει μια κάπνα μέσα. Έχει ένα εργαλείο που λέγεται ξύστρα με το οποίο το ξύνεις και έχει και ένα βουρτσάκι συρμάτινο το οποίο περνάς μέσα και το πλένεις με πετρέλαιο για να είναι πάντα καθαρό. Άμα είναι πάντα καθαρός φάρος, το πετρέλαιο φιλτραρισμένο γίνεται η καύση. Πρέπει να το καθαρίσεις και να το στρίψεις καλά. Στο φάρο συναντάς και καλούς ανθρώπους, συναντάς και ανάποδους όπως σε όλες τις δουλειές. Άμα θέλεις να περνάς καλά, πρέπει να κάνεις υπομονή.

Ποιές γνώσεις έπρεπε να έχει ο φαροφύλακας για να αναλάβει υπηρεσία σε έναν φάρο;
Τον καιρό εκείνο ζητούσαν να έχεις βγάλει το δημοτικό σχολείο αλλά αν είχες πάει και στο γυμνάσιο ήταν βέβαια καλύτερα, γιατί ήξερες περισσότερα γράμματα. Σ’ αυτή τη δουλειά και του δημοτικού να ήσουν τα κατάφερνες, γιατί έπρεπε να ξέρεις να κάνεις μια αναφορά ή μια αίτηση, να ξέρεις πρόσθεση, αφαίρεση, διαίρεση και τίποτε παραπάνω.
Σε ποιά σχολή φοιτούσε και τι μάθαινε ο φαροφύλακας;
Η σχολή ήταν στον Πειραιά. Ήταν σχολή υπηρεσίας φάρων, σχολή φαροφυλάκων. Υπήρχαν τότε αρκετοί, αλλά παρέμειναν δεκαοχτώ άτομα. Στη σχολή παρέμενες τρεις μήνες και μετά σε αποσπούσαν σε διάφορα μέρη.
Πόσο διάστημα κρατούσε η εκπαίδευση;
Η όλη εκπαίδευση κρατούσε τρεις μήνες.
Πως ρυθμιζόταν το θέμα της βάρδιας στο φάρο;
Κοίταξε, στο φάρο ήτανε πάντοτε δύο άτομα, η δύναμη του φάρου ήταν τέσσερα άτομα. Ήταν δύο, μέσα στο φάρο και δύο σε έξοδο. Έκανε την έξοδο η μία βάρδια μια εβδομάδα ή δέκα μέρες ή και περισσότερο ανάλογα με τα φανάρια, γιατί υπήρχαν φανάρια απόκεντρα, μακριά από κατοικημένες περιοχές, είκοσι μίλια, εικοσιπέντε μίλια πάνω σε βραχονησίδες και όταν τελείωνε η έξοδος πήγαιναν πάλι μέσα γυρίζοντας κάποιες μέρες μέσα στο φάρο και πάλι το ίδιο.
Πόσο καιρό ήταν η έξοδος και πόσο η παραμονή στο φάρο;
Ήταν από δεκαπέντε μέρες μέσα στο φάρο, δεκαπέντε έξω, όχι όμως σε όλα τα φανάρια. Είπαμε ανάλογα τη θέση του φάρου.
Πως γινόταν η τροφοδοσία; Ποιός αναλάμβανε τη μεταφορά των προϊόντων και με ποιό τρόπο;
Η τροφοδοσία, όταν το φανάρι ήταν πάνω στη στεριά, στον κάβο, δεν είχε δηλαδή επικοινωνία με τη θάλασσα, μίσθωνε η υπηρεσία ένα άτομο που να έχει ένα γαϊδουράκι ή ένα μουλάρι και αυτός κουβαλούσε τα τρόφιμα κι ό,τι άλλο χρειαζόταν. Άφηνε την παραγγελία στον μπακάλη, ή και μας έφερνε διάφορα όπως φασόλια, λάδι, ψωμί, ό,τι θέλαμε και πήγαινε ο άνθρωπος αυτός, τα έπαιρνε απ’ τον μπακάλη ή και από το σπίτι και τα έφερνε στο φάρο. Τον πλήρωνε η υπηρεσία, πληρωνόταν με το μήνα.
Κάθε πότε γινόταν η επιθεώρηση των φάρων;
Η επιθεώρηση γινόταν κάθε χρόνο. Μια φορά το χρόνο ερχόταν για έλεγχο και ανεφοδιασμό. Έφερναν δηλαδή πετρέλαιο, γιατί τότε το φανάρι δούλευε με πετρέλαιο και ό,τι ανταλλακτικά χρειαζόταν ή ο,τιδήποτε άλλο. Μια φορά το χρόνο γίνονταν αυτό με καράβι, που έφτανε κάτω από το φάρο.
Ποιοί επιθεωρούσαν τους φάρους;
Αυτοί που επιθεωρούσαν ήταν στην υπηρεσία τεχνίτες, όχι φαροφύλακες. Δούλευαν στο συνεργείο της βάσης και έκαναν και επιθεωρήσεις.
Ποιά βιβλία έπρεπε να υπάρχουν να ενημερώνονται κάθε μέρα στο φάρο;
Βιβλία είχαμε το ημερολόγιο του φάρου, και κάθε μέρα γράφαμε ό,τι συνέβαινε, πρώτα απ’ όλα γράφαμε την ώρα που ανάβαμε και σβήναμε. Γιατί όλες οι μέρες δεν ήταν ίδιες. Το χειμώνα τον ανάβαμε πιο νωρίς και το καλοκαίρι πιο αργά. Το χειμώνα περίπου 5:30 και το καλοκαίρι 8:30, γιατί ήταν οι μέρες μεγάλες. Γράφαμε δηλαδή την ώρα αφής και την ώρα σβήσης. Αυτές τις ώρες στο τέλος του μήνα τις προσθέταμε και βλέπαμε πόσες ώρες άναψε ο φάρος ακόμα και πόσα λεπτά της ώρας. Πολλαπλασίαζες τις ώρες με το πόσο καίει την ώρα, έπρεπε να ξέρεις υποχρεωτικά πόσο πετρέλαιο καίει την ώρα, γιατί άλλα φανάρια καίγαν 300 γραμμάρια την ώρα, άλλα 500 γραμμάρια και τα μεγαλύτερα 1 κιλό έτσι έβρισκες πόσο πετρέλαιο καταναλώθηκε.
Πως έφταναν τα καύσιμα;
Με το βαποράκι έφερναν το πετρέλαιο σε δοχεία, τα έβαζαν στη βενζινάκατο και τα κουβαλούσαμε μ’ έναν εργάτη που φέρναμε απ’ το χωριό στην αποθήκη του φάρου, παίρναμε την απόδειξη τη στέλναμε στην υπηρεσία κι ερχόταν τα λεφτά για να πληρωθεί ο εργάτης.
Κάθε πότε έφερναν τα καύσιμα;
Κάθε χρόνο συνήθως τον Ιούλιο εώς Μάιο, γιατί αυτούς τους μήνες στις Κυκλάδες είχε καλό καιρό.
Ποιές ώρες άναβε και έσβηνε ο φάρος; Τι προέβλεπε ο κανονισμός;
Άναβε είκοσι λεπτά μετά τη δύση του ηλίου εκτός αν είχε συννεφιά και το πρωί πάλι αν αργούσε να φέξει, προτού βγει ο ήλιος άναβε είκοσι μέχρι μισή ώρα και μετά έσβηνε, ανάλογα με τον καιρό.
Πως περνούσατε τις ελεύθερες ώρες;
Εκεί ήταν το πρόβλημα. Αν ήταν καλοσύνη, ήταν όλα καλά, είχαμε μια βαρκούλα και πηγαίναμε για ψάρεμα. Ώσπου να γυρίσουμε και να τα μαγειρέψουμε πήγαινε μεσημέρι. Τρώγαμε κοιμόμασταν δυο τρεις ώρες και το απόγευμα αν θέλαμε ξαναπηγαίναμε για ψάρεμα αν όχι, ξανακαθόμασταν.
Αν ο φάρος βρισκόταν πάνω σε ένα νησί, όπως το Δύσβατο, ποιές δυσκολίες αντιμετώπιζαν οι φαροφύλακες;
Εκεί πράγματι ήταν οι μεγάλες δυσκολίες. Εκεί είχες να αντιμετωπίσεις τη θάλασσα που σπάνια έβρισκες καλό καιρό να περάσεις με τη βάρκα, ήταν φουρτούνες κι έπρεπε να ξέρεις από θάλασσα για να μπαινοβγαίνεις, αναγκαζόσουν πάντα να βραχείς για να κινηθείς έξω. Ακόμα αν ήσουν στο φάρο δέκα μέρες και την ενδέκατη έπρεπε να βγεις έξοδο και ο καιρός ήταν φουρτουνιασμένος παρέμενες, δεν μπορούσες να βγεις. Να πας να πνιγείς; Έτσι αναγκαζόσουν νακαθίσεις μέσα μέχρι να καλοσυνέψει.
Πέστε μας ένα περιστατικό που έβαλε σε κίνδυνο τη ζωή σας όταν υπηρετούσατε στους φάρους;
Τα περιστατικά ήταν πάρα πολλά γιατί όπως σας είπα υπάρχουν φανάρια πολύ μακριά, με δύσκολες συνθήκες ζωής, αλλά εκεί μπαινόβγαινες με καΐκι που πλήρωνε η υπηρεσία. Ενώ στα φανάρια που είναι κοντά, μπαινόβγαινες μόνος σου με τη βάρκα και όταν είχε φουρτούνες πολλές φορές κινδύνευες.
Ποιούς παλιούς φαροφύλακες θυμάστε;
Οι παλιοί φαροφύλακες που θυμάμαι εγώ, ήτανε εδώ στον Πύργο. Ένας ονομαζόμενος Παράσσος Σαλταμανίκας, ακόμη παλαιότερα ο πατέρας μου, ο Μιχάλης, ήτανε ο μπάρμπα-Σπύρος ο Κολλάρος, ο μπάρμπα-Γιάννης ο Δούκας που με αυτούς τους δύο έχουμε υπηρετήσει μαζί και από τη Χώρα ο μπάρμπα-Νικόλας ο Καγιώργης. Αυτός είχε υπηρετήσει στο Στενό στη Λειβάδα, στα Ψαρά γιατί σε κάθε βαθμό που πρόκειται να πάρεις σε μεταθέτουν, γιατί υπαγόμαστε στο Πολεμικό Ναυτικό. Σε κάθε βαθμό που παίρνεις σου δίνει πρώτα τη μετάθεση για προσόντα προαγωγής τουλάχιστον για ένα-δύο χρόνια, και μετά προάγεσαι. Μετά είμαστε εμείς οι νεότεροι, ο Σάσος, εγώ, ο Αντώνης κι ένας Θωμάς Βελαλόπουλος απ’ τη χώρα.
Φορούσατε στολή;
Στολή είχαμε αλλά δεν τη φορούσαμε, μοναχά όταν πρόκειταν να πάμε στη βάση, στην υπηρεσία μας, τη φορούσαμε, γιατί ήταν υποχρεωτικό να παρουσιαστείς με στολή. Η στολή ήταν όπως του πολεμικού ναυτικού όπως των λιμενοφυλάκων, αλλά με άλλα διακριτικά. Είχε γαλόνια κι ένα διακριτικό του φάρου.
Ποιό βαθμό έχετε σήμερα;
Εμείς φτάσαμε μέχρι το βαθμό του ανθυπασπιστού, αλλά η αποστρατεία σου δίνει τρεις βαθμούς απάνω. Αποστρατεύτηκα με το βαθμό του υποπλοιάρχου. Δεν δικαιολογείται εν ενεργεία βαθμός παραπάνω απ’ του ανθυπασπιστού σ’ αυτόν τον κλάδο. Αλλά αμέσως με την αποστρατεία παίρνεις αυτούς τους τρεις βαθμούς, Τιμητικής Αποστρατείας. Από ανθυπασπιστής σημαιοφόρος, ανθυποπλοίαρχος, υποπλοίαρχος. Και παίρνεις σύνταξη υποπλοιάρχου
Μαγνητοφώνηση: Φραγκίσκα Στρούμου
Απομαγνητοφώνηση: Βιδάλη Τόνια
Τελική γραπτή απόδοση κειμένου: Χριστιάνα Λούτσι
Τάξη Ε’
1ο Δημοτικό Σχολείο ΤήνουΥπεύθυνη εκπαιδευτικός: Φραγκίσκα Μαρκουίζου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου