ΦΑΡΟΣ ΠΑΠΑΣ ΙΚΑΡΙΑ www.faroi.com

ΦΑΡΟΣ ΨΑΡΟΜΥΤΑΣ

Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου 2009

read more “ ”
read more “ ”
read more “ ”

Τα «φανάρια» του Βορρά και οι παλιοί φαροφύλακες

Θεσσαλονίκη- Επί 36 χρόνια «υποσχόταν» στεριά στους ναυτικούς, που ετοιμαζόντουσαν να «δέσουν» Θεσσαλονίκη κατά τις βραδινές ώρες. Τρεισήμισι δεκαετίες φαροφύλακας, ξενυχτούσε πίσω από το επαναλαμβανόμενο φως των φάρων της πόλης, που ενημέρωνε τα πλοία, ελληνικά και ξένα, ότι μπαίνουν στα νερά του Θερμαϊκού. Ο ίδιος αποτέλεσε για χρόνια και «ψυχή» ραδιοφάρων της πόλης, των γνωστών στους ναυτικούς «Radio beacons» στις εκβολές του Αξιού ποταμού ή στην περιοχή του ιστιοπλοϊκού ομίλου Θεσσαλονίκης, που -εκπέμποντας ειδικά χαρακτηριστικά σήματα- οδηγούσαν τα πλοία σε ασφαλές επίνειο, μέσα από τη συχνή θεσσαλονικιώτικη ομίχλη. Φαροφύλακας από τα 19 του μέχρι τα 55, ο Ανθυποπλοίαρχος εν αποστρατεία Ανδρέας Ρούσος, έχει πάρει σύνταξη εδώ και 12-13 χρόνια, αλλά συχνά αναπολεί την ηρεμία του φάρου. «Μου έχει λείψει τρομερά ο φάρος. Θα ήθελα να έχω μείνει περισσότερο», εξηγεί.

Και όμως: δεν ήταν αυτός που διάλεξε το επάγγελμα, αλλά ο πατέρας του για λογαριασμό του. Ναυτικός θαλασσοδαρμένος ο Ρούσος ο πρεσβύτερος, μπορεί να έβγαλε στο γιο του ναυτικό φυλλάδιο -για να είναι έτοιμος να μπαρκάρει «σε ώρα ανάγκης», όπως έλεγε - αλλά ταυτόχρονα τον «έσπρωξε» στην ήσυχη ζωή του φαροφύλακα, «να μην ταξιδεύει, γιατί είναι πολύ δύσκολη του ναυτικού η ζωή». Για έναν 19χρονο, εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κ. Ρούσος, δεν είναι εύκολη η μοναξιά του φάρου. Όταν το «φανάρι» είναι απομονωμένο ή δυσπρόσιτο ή όταν δεν υπάρχει καν ηλεκτρισμός, όπως συνέβαινε παλαιότερα, τα πράγματα «σκουραίνουν» ιδίως για έναν νέο άνθρωπο. «Ήμουν σε έναν φάρο στην Εύβοια, όπου δεν είχα ηλεκτρικό φως -παρά μόνο μια λάμπα πετρελαίου- ούτε ψυγείο, ούτε εστία για να μαγειρεύω. Κι ήμουν και νέος. Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα πράγματα είναι πιο δύσκολα. Όμως, όταν σου αρέσει η ήσυχη ζωή, αργά ή γρήγορα η ηρεμία σε κερδίζει και τα ξεχνάς όλα», επισημαίνει.

Οι πλημμύρες του Αξιού και το «πάλεμα» με τον Θερμαϊκό
Είναι όμως πάντα ήσυχη η ζωή στο φάρο; Όχι πάντα. Ο κ. Ρούσος έχει έντονα χαραγμένη στη μνήμη του κάποια χρονιά γύρω στο ΄70, με μεγάλες πλημμύρες στον Αξιό. Τότε που «το ποτάμι έκανε μια φοβερή κατεβασιά και κόντεψε να πνίξει τον ραδιοφάρο». Ο φάρος απέχει μισό μέτρο από το νερό και ο φαροφύλακας είχε αρχίσει να σκέφτεται πώς θα σκαρφάλωνε στην κορυφή του, για να γλιτώσει από τη φουσκοθαλασσιά. Την ώρα εκείνη ήρθε σήμα που του έλεγε να εγκαταλείψει την υπηρεσία του. «Τη στιγμή που έφευγα είχε πλημμυρίσει ο τόπος. Δεν έβλεπα τίποτα μπροστά μου. Ο Θεός με βοήθησε εκείνη τη μέρα», θυμάται ο κ. Ρούσος. Παλαιότερα, πριν φτιαχτεί ο δρόμος που οδηγούσε στο φάρο, οι φαροφύλακες πηγαινοερχόντουσαν με καϊκάκια και, σε ημέρες που «έκανε θάλασσα», ημέρες με κακοκαιρία, «μπορεί, αντί για μιάμιση ώρα που ήταν κανονικά η διαδρομή, να κάναμε 5,5 παλεύοντας επί ώρες με τα νερά στον Θερμαϊκό», επισημαίνει.

«Πιότερο ναυτικοί, παρά στεριανοί»
Για τους ναυτικούς, ο φάρος είναι η υπόσχεση της στεριάς, ήδη από την αρχαιότητα (Ο Όμηρος, στην Ιλιάδα, όταν η Θέτιδα χάρισε στον Αχιλλέα μιαν ασπίδα, παρομοίασε τη λάμψη της πως ήταν «ίδια με το φως καιομένου πυρός, όπως το διακρίνουν από μακριά οι ναυτικοί»). Πώς όμως αντιμετωπίζουν οι ναυτικοί τους φαροφύλακες; Τους θεωρούν «αδελφό» επάγγελμα; Μήπως τους βλέπουν πιότερο σαν ναυτικούς, παρά σαν στεριανούς; «Μάλλον ναι, έτσι πρέπει να είναι», λέει χαμογελώντας ο κ. Ρούσος, που η τύχη τά ‘φερε έτσι, που ο μεγάλος του γιος ακολούθησε -έστω για κάποια χρόνια- το επάγγελμα του παππού του, γενόμενος καπετάνιος σε ένα μεγάλο «γκαζάδικο» 300.000 τόνων. «Ένα γκαζάδικο, που -λόγω μεγέθους- ποτέ δεν έπιανε λιμάνι, ήταν πάντα μέσα στη θάλασσα. Έτσι, κάποτε ο γιος μου αποφάσισε να γυρίσει στη στεριά», εξηγεί ο κ. Ρούσος.

Μόνο έξι φάροι λειτουργούν με προσωπικό
Οι τελευταίοι φάροι που λειτουργούσαν με αέριο ασετιλίνης -και απαιτούσαν την πλήρη αφοσίωση των παλιών φαροφυλάκων, αφού έπρεπε να τους «φορτώνουν» ανά εξάωρο- έπαψαν να λειτουργούν λίγο πριν το 2000. Σύμφωνα με στοιχεία που έθεσε στη διάθεση του ΑΠΕ-ΜΠΕ η Υπηρεσία Φάρων, ο τελευταίος φάρος που λειτουργούσε με αέριο ασετιλίνης -αυτός του Αγίου Ιωάννη Λασιθίου Κρήτης- μετατράπηκε σε ηλιακό το 1999. Σήμερα, όλοι οι «χτιστοί» φάροι -συνολικά 112 εκ των οποίων οι πέντε βρίσκονται στη Β. Ελλάδα- είναι ηλεκτρικοί ή ηλιακοί και, άρα, δεν απαιτείται πλέον η ύπαρξη πολλών φαροφυλάκων, που να μένουν μόνιμα σε αυτούς. Μόλις έξι φάροι λειτουργούν στελεχωμένοι με προσωπικό σε όλη την Ελλάδα και δεκάδες είναι επιτηρούμενοι (σ.σ. οι φαροφύλακες δεν μένουν μόνιμα εκεί, αλλά τους επισκέπτονται σε τακτά χρονικά διαστήματα).

Τρία αιωνόβια «φανάρια» στον Βορρά
Στις 10 Ιουλίου 1864 και ενώ η Θεσσαλονίκη τελούσε ακόμη υπό τουρκική κατοχή, οι ναυτικοί αντίκρισαν για πρώτη φορά δύο νέα φώτα στον ορίζοντα. Ήταν οι φάροι του Μεγάλου Εμβόλου στο Αγγελοχώρι και της Κασσάνδρας στη Χαλκιδική, που παρελήφθησαν αμφότεροι από το ελληνικό κράτος μετά τους βαλκανικούς πολέμους, τον Μάρτιο του 1915. Το 1880, άναψε και ο φάρος της Αλεξανδρούπολης. Πρόκειται για τους τρεις διατηρητέους φάρους της Βόρειας Ελλάδας, επί συνόλου 27 (διατηρητέων) σε όλη την ελληνική επικράτεια. Όπως εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο δήμαρχος Μηχανιώνας, Γιάννης Μαυρομάτης, ο φάρος του Αγγελοχωρίου, που έχει εστιακό ύψος 32 μέτρα και ύψος πύργου 10,5, κατασκευάστηκε από τη Γαλλική Εταιρία Οθωμανικών Φάρων και εντάχθηκε στο ελληνικό φαρικό δίκτυο στο τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Αρχικά λειτουργούσε με πετρέλαιο. Το τέλος του δεύτερου «μεγάλου πολέμου» τον βρήκε «λαβωμένο» από τους βομβαρδισμούς των γερμανικών πολυβολείων, που βρίσκονταν δίπλα του και σταμάτησε να λειτουργεί.
Όμως το '48, επιδιορθώθηκε, άλλαξε καύσιμο (ασετιλίνη) και αυτοματοποιήθηκε, οπότε σταμάτησε να λειτουργεί με μόνιμους φαροφύλακες. Το 1963, η ασετιλίνη αντικαταστάθηκε από ηλεκτρισμό και η φωτοβολία του αυξήθηκε στα 17 ναυτικά μίλια. Το 1998, ο φάρος -που η κατασκευή του έγινε με τη χρήση καλής ποιότητας συμπαγών οπτόπλινθων, με χρήση καλής τεχνικής, όπως οι καμινάδες των πρώτων βιομηχανικών κτιρίων της Θεσσαλονίκης- χαρακτηρίστηκε ως διατηρητέο νεότερο μνημείο βιομηχανικής κληρονομιάς. Τα προβλήματα που αντιμετωπίζει το αιωνόβιο «φανάρι» μελετώνται από το ΑΠΘ, στο πλαίσιο του προγράμματος EC-Pharos, ενώ η αξιοποίηση του «πέτρινου» φάρου γίνεται μέσα από το πρόγραμμα διαβαλκανικής συνεργασίας «Βαλκανικό Δίκτυο Πράσινης Ανάπτυξης» (INTERREG IIIA/PHARE CBC). Πρόσφατα, ο υπουργός Μακεδονίας-Θράκης, Μαργαρίτης Τζίμας, εξήγγειλε τη χρηματοδότηση του έργου αποκατάστασης του φάρου με 171.500 ευρώ.

Η πίστωση για την ολοκλήρωση του έργου ως το 2009 είναι πλήρως εξασφαλισμένη. «Ευελπιστούμε ότι σύντομα θα ανοίξει τις πύλες του στο κοινό και οι επισκέπτες θα μπορούν να θαυμάζουν τη θέα προς τη λιμνοθάλασσα», κατέληξε ο κ. Μαυρομάτης.
Στο στόχαστρο βομβαρδισμών και σεισμών
O φάρος του Μεγάλου Εμβόλου δεν ήταν ο μοναδικός που «τραυματίστηκε» στους πολέμους. Πολλοί φάροι δέχτηκαν βομβαρδισμούς κατά τον Β' Παγκόσμιο, με αποτέλεσμα να καταστραφούν μερικώς ή ολικώς και στη συνέχεια επιδιορθώθηκαν.
Άλλοι πάλι, καταστράφηκαν μερικώς, συνεπεία σεισμών. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι αυτό των σεισμών του 1951 και του 1957 στα Ιόνια, από τους οποίους προκλήθηκαν καταστροφές στους φάρους Βαρδιάνων και Φισκάρδο. Άλλοι, έχουν υποστεί ζημίες από καθιζήσεις, όπως ο φάρος Λάκκα Παξών, το έτος 1916.

«Φαρόπλοια»: το κινητό ...συνεργείο των φάρων
Οι φάροι έχουν και τα δικά τους κινητά συνεργεία. Εκτός από τα αυτοκίνητα για τους «χερσαίους» φάρους, δύο πλοία, γνωστά και ως «φαρόπλοια», τα «Καραβόγιαννος» και «Λυκούδης», κάνουν έκαστο τέσσερα τακτικά ταξίδια ετησίως, μεταφέροντας εξειδικευμένους τεχνίτες. Βέβαια, αν προκύψει έκτακτη ανάγκη, η επέμβαση είναι άμεση. Τα πλοία φέρνουν τους τεχνίτες δίπλα στους φάρους, για να ελέγξουν την κατάστασή τους και να κάνουν όσες επιδιορθώσεις χρειάζονται.

Μεσόγειος, η μάνα των φάρων
Η Μεσόγειος θα μπορούσε να χαρακτηριστεί «μάνα των φάρων», καθώς στα νερά της εμφανίζονται τα πρώτα «φανάρια» παγκοσμίως. Στα νυχτερινά ταξίδια των ναυτικών, «συνοδοιπόροι» ήταν οι πυρσοί, που οι αρχαίοι ναυτικοί -Λίβυοι, Φοίνικες, Έλληνες- άναβαν σε κορυφές λόφων ή εισόδους πόλεων. Άλλωστε, στη Μεσόγειο βρίσκεται και ο πιο φημισμένος φάρος της αρχαιότητας, αυτός της Αλεξάνδρειας, με ύψος 130-160 μέτρα και φωτοβολία περίπου 60 μιλίων, που η φήμη του ήταν τόση, ώστε το νησάκι «Φάρος» όπου χτίστηκε, «βάφτισε» τις κατασκευές του είδους. Ο αρχαιότερος φάρος λέγεται ότι χτίστηκε στην Τροία, στο ακρωτήριο Σίγειο (σημερινό Γενή Σιέρ Μπουρνού), ενώ ακολούθησε εκείνος στην πετρώδη ξέρα «Λευτέρης» (μεταξύ Σκιάθου και κυρίως χώρας), που ανεγέρθη από τον Ξέρξη, με στόχο να περάσει ευκολότερα τον στόλο του από τη Θεσσαλομαγνησία, για να «κατέβει» στον Σαρωνικό.

Το ναυάγιο του βρετανικού ατμόπλοιου Volta και ο φάρος του Αρμενιστή
Τον 19ο αιώνα δημιουργούνται τα φαρικά δίκτυα-ασφαλή «μονοπάτια» για τα πλοία σε απόκρημνες ή επικίνδυνες ακτές, κοντά σε εισόδους λιμανιών. Συχνότατα, οι φάροι κατασκευάζονται μετά από κάποιο ναυάγιο. Στην Ελλάδα, χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του φάρου Αρμενιστή (Μύκονος), που κατασκευάστηκε το 1891, μετά το ναυάγιο του ατμόπλοιου «Volta» της Βρετανικής Τηλεγραφικής Εταιρείας. Στη νεότερη Ελλάδα, ο πρώτος φανός του νεοσύστατου ελληνικού κράτους άναψε το 1829, στην Αίγινα. Το 1887 ιδρύθηκε η Υπηρεσία Φάρων, που σήμερα ελέγχει/συντηρεί το σύνολο των ελληνικών φάρων. Όλοι οι φάροι συντηρούνται με κονδύλια του Πολεμικού Ναυτικού, ενώ αρκετοί έχουν προταθεί προς χρηματοδότηση από το ΕΣΠΑ 2007-2013 για αποκατάσταση. Σε μικρό αριθμό φάρων, η διαδικασία συντήρησης έχει παραχωρηθεί σε τοπικούς φορείς, ενώ σε κάποιους εκτελείται παραθεριστικό πρόγραμμα στελεχών του Πολεμικού Ναυτικού.
read more “Τα «φανάρια» του Βορρά και οι παλιοί φαροφύλακες”
read more “ ”
read more “ ”
read more “ ”
read more “ ”
read more “ ”

Ιστορία των Φάρων-Φαρικό δίκτυο στην Ελλάδα

ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΦΑΡΩΝ

Η ονομασία των φάρων συνδέεται άμεσα με τον πύργο που έκτισε στο Αιγυπτιακό νησί Φάρος, στα ανατολικά της εισόδου του λιμανιού της Αλεξάνδρειας, ο μεγάλος Αρχιτέκτονας των Ελληνιστικών χρόνων Σώστρατος. Ο πύργος κτίστηκε στις αρχές του 3ου π.Χ. αιώνα και κατέρρευσε από σεισμό τον 8ο μ. Χ. αιώνα. Από το όνομα αυτού του νησιού της Αιγύπτου πήραν την ονομασία τους όλοι οι πυρσοφόροι πύργοι, οι οποίοι χρησίμευαν για την επισήμανση της πορείας των πλοίων εκτοπίζοντας κάθε άλλη γνωστή μέχρι τότε ονομασία.
Μέχρι τον 18ο αιώνα στη λειτουργία των φάρων χρησιμοποιούνταν για την παραγωγή της φλόγας, ως καύσιμη ύλη, τα ξύλα, τα κάρβουνα, ή ακόμη και διάφορες ρητίνες. Από τον 18ο αιώνα και μετά αντικαταστάθηκε η παραπάνω καύσιμη ύλη και καθιερώθηκε το λάδι και κυρίως το πετρέλαιο.
Το 1819 ο Fresmel επινόησε και παρουσίασε το πρώτο καταδιοπτρικό μηχάνημα φάρου, ενώ το 1925 ο Le Pante πέτυχε τη ρύθμιση της ταχύτητας περιστροφής του φωτιστικού μηχανήματος.
Οι απαιτήσεις όμως της ασφαλούς ναυσιπλοΐας για ανεγέρσεις φάρων σε δυσπρόσιτες περιοχές όπως οι ύφαλοι, οι σκόπελοι, οι βραχονησίδες κ.ά. και η ανάγκη επάνδρωσης των φάρων αυτών, οδήγησε την έρευνα στην κατασκευή φωτιστικών μηχανημάτων που δεν απαιτούσαν την καθημερινή ανθρώπινη παρουσία.
Έτσι το 1911 η Σουηδική εταιρεία AGA παρουσίασε μία τέτοια συσκευή που λειτουργούσε με αέριο ασετιλίνης. Η συσκευή αυτή άναβε αυτόματα τη νύχτα και τις μέρες με πυκνή συννεφιά και έσβηνε πάλι αυτόματα όταν υπήρχε επαρκής ορατότητα.
Την περίοδο 1913-16 εγκαταστάθηκαν 25 τέτοιοι αυτόματοι φάροι σε ισάριθμες περιοχές της χώρας μας.
Από το 1946 έχουμε τη χρήση του ηλεκτρικού ρεύματος στη λειτουργία των φάρων, εκεί όπου τα κτίσματα αυτά ήταν προσιτά και η ηλεκτροδότησή τους ήταν εύκολη. Τα τελευταία χρόνια σταδιακά εγκαταλείπεται και η ηλεκτρική ενέργεια και αντικαθίσταται με φωτοβολταϊκά στοιχεία που μετατρέπουν την ηλιακή ενέργεια σε ηλεκτρική.

B. ΤΟ ΦΑΡΙΚΟ ΔΙΚΤΥΟ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Το φαρικό δίκτυο της χώρας μας θεωρείται από τα μεγαλύτερα και πιο οργανωμένα στον κόσμο. Αυτό αποτελείται από 1309 φάρους, φανούς και φωτοσημαντήρες εκ των οποίων οι 57 είναι επιτηρούμενοι, ενώ οι 6 είναι μόνιμα επανδρωμένοι.
Η ακριβής χρονολογία κατασκευής του πρώτου Ελληνικού φάρου δεν μας είναι γνωστή. Η προφορική παράδοση αναφέρει ότι ο πρώτος φάρος κτίστηκε στην Αίγινα το 1827 όταν ο Καποδίστριας την όρισε πρωτεύουσα του νεοσύστατου Ελληνικού κράτους. Το 1831 τοποθετήθηκαν ακόμη δύο φανοί στα λιμάνια των Σπετσών και της Κέας αντίστοιχα και το 1934 κατασκευάστηκε ο φάρος στο Γαϊδουρονήσι της Σύρου που είναι ο ψηλότερος του Ελληνικού δικτύου με ύψος 29 μέτρων περίπου, ενώ ακολούθησε και η κατασκευή και πολλών άλλων. Έτσι το 1863 το φαρικό δίκτυο στην Ελλάδα αριθμούσε 29 φάρους και φανούς, ενώ τον επόμενο χρόνο με την απελευθέρωση των Ιονίων νήσων προστέθηκαν άλλοι 15 που είχαν κατασκευαστεί ήδη από το 1822 από τη Μεγάλη Βρετανία στην οποία ανήκαν μέχρι τότε τα Επτάνησα.
Μέχρι το 1887, χρονολογία σταθμό για την ιστορία των Ελληνικών φάρων, προστέθηκαν άλλοι 25 φάροι και φανοί (σύνολο 49) ανάμεσά τους και δύο στη Μαγνησία (ένας στο Τρίκερι και ένας στο Βόλο), πρώην Τούρκικοι, που αποκτήθηκαν με την προσάρτηση της Θεσσαλίας το 1881. Το 1887 επί Χαριλάου Τρικούπη θα ψηφιστεί ο νόμος «περί συστάσεως ταμείου φάρων» ο οποίος θα λύσει οριστικά όλα τα μέχρι τότε προβλήματα και θα δώσει νέα ώθηση στην ανάπτυξή τους. Μετά τους Βαλκανικούς πολέμους 1912-13 θα προστεθούν και άλλοι 35 φάροι και φανοί που είχαν κατασκευαστεί από τους Γάλλους για λογαριασμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με την ενσωμάτωση των «νέων Χωρών» στο Ελληνικό Κράτος και ο συνολικός αριθμός θα ανέλθει στους 193.
Σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη και λειτουργία του φαρικού δικτύου θα παίξει ο Στυλιανός Λυκούδης ο οποίος γεννήθηκε στη Σύρο το 1878 και υπηρέτησε στην υπηρεσία φάρων για περισσότερο από 50 χρόνια μέχρι και την αποστρατεία του το 1939. Έτσι κατά την 25ετία 1913-1936 με την αναδιοργάνωση της υπηρεσίας φάρων υπό την ευθύνη και την καθοδήγηση του Στυλιανού Λυκούδη θα προστεθούν άλλοι 191 πυρσοί, αριθμός αρκετά σημαντικός στην ολοκλήρωση του φαρικού δικτύου.
Στα χρόνια του Β΄ παγκοσμίου πολέμου οι φάροι θα υποστούν σημαντικές φθορές, αφού αποτελούσαν εύκολο και εμφανή στόχο τόσο στις αεροπορικές, όσο και στις ναυτικές επιδρομές. Μετά την απελευθέρωση, από του 400 φάρους και φανούς που υπήρχαν σε λειτουργία στις Ελληνικές θάλασσες βρέθηκαν να λειτουργούν μόνον 28.
Το 1945 άρχισε μία συστηματική προσπάθεια για την αποκατάσταση των ζημιών και το 1946 λειτουργούσαν ήδη 374 φάροι, φανοί και φωτοσημαντήρες.

Γ. ΟΙ ΦΑΡΟΙ ΤΗΣ ΜΑΓΝΗΣΙΑΣ

Το φαρικό δίκτυο της Μαγνησίας αποτελείται από πέντε (5) πέτρινους φάρους οι οποίοι κατά χρονολογική σειρά είναι: 1) ο φάρος Τρικερίου, 2) ο φάρος «Γουρούνι» Σκοπέλου, 3) ο φάρος Ψαθούρας, 4) ο φάρος Αργυρονησίου και 5) ο φάρος Ρέπι Σκιάθου.
1. Ο ΦΑΡΟΣ ΤΡΙΚΕΡΙΟΥ: Βρίσκεται στο απώτατο άκρο της χερσονήσου της Μαγνησίας στο ακρωτήριο Καβούλια στην είσοδο του Παγασητικού κόλπου, σε γεωγραφικό πλάτος 30ο 6΄ 15΄΄ και γεωγραφικό μήκος 23ο 3΄ 35΄΄ . Κτίστηκε σε δύο οικοδομικές φάσεις, η πρώτη το 1854 από τη Γαλλική εταιρεία των Οθωμανικών φάρων, κατά την οποία κτίστηκε το φαρόσπιτο, ενώ το φωτιστικό σώμα βρίσκονταν στην κορυφή μεταλλικού πύργου και εντάχθηκε στο Ελληνικό φαρικό δίκτυο το 1881 με την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο Ελληνικό κράτος. Στη δεύτερη οικοδομική φάση κτίστηκε ο πύργος του φάρου το 1918 από το Ελληνικό Δημόσιο, ο οποίος είναι τετράγωνος και έχει ύψος 9 μέτρων. Στο επάνω επίπεδο μέρος του πύργου πατά ο κυλινδρικός μεταλλικός κλωβός, ο οποίος στεγάζει το φωτιστικό σώμα το οποίο βρίσκεται σε εστιακό ύψος 16 μέτρων από την επιφάνεια της θάλασσας. Το 2001 χαρακτηρίστηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο.
2. ΦΑΡΟΣ ΓΟΥΡΟΥΝΙ ΣΚΟΠΕΛΟΥ: Βρίσκεται στο βόρειο άκρο του νησιού στον κάβο «Γουρούνι» απ' όπου πήρε και το όνομά του και απέχει από τη Γλώσσα περί τα 10 χιλιόμετρα. Το στίγμα του είναι 39ο 15,5΄ 24΄΄ γεωγραφικό πλάτος, 23ο 35,6΄ 36 γεωγραφικό μήκος και το εστιακό του ύψος από την επιφάνεια της θάλασσας είναι 70 μέτρα.
Κτίστηκε το 1889 από το Ελληνικό Δημόσιο, σύμφωνα με τη χρονολογία που υπάρχει στο φωτιστικό μηχάνημα.
Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό κτίσμα το οποίο δεσπόζει στην καταπράσινη πλαγιά του βουνού και αποτελείται από το φαρόσπιτο και τον ενσωματωμένο σ' αυτό πύργο στην κορυφή του οποίου είναι το φωτιστικό σώμα.
Ο πύργος του φάρου είναι τετράγωνος, λιθόκτιστος και η επίστεψή του διαμορφώνεται με πόρινα τοξύλια τα οποία στηρίζουν το γείσο του και διαμορφώνουν το επίπεδο πάνω στο οποίο πατά ο φωτιστικός κλωβός. Το ύψος του λίθινου κορμού του πύργου είναι 14 μέτρα, ενώ μαζί με το φωτιστικό κλωβό ανέρχεται στα 17,8 μέτρα περίπου.
Ο φωτιστικός κλωβός περιλαμβάνει τον φωτιστικό μηχανισμό με το περιστροφικό διοπτρικό του, το οποίο είναι κατασκευασμένο στο Παρίσι στο τέλος του 19ου αιώνα, σύμφωνα με την επιγραφή του «SAUTER LE MONNIER & S.I.E. PARIS 1887».
Αρχικά ο φάρος λειτούργησε με φωτιστική ύλη το πετρέλαιο, ενώ στα χρόνια της Κατοχής παρέμεινε σβηστός. Επαναλειτούργησε το 1944 και το 1984 ηλεκτροδοτήθηκε και συνέχισε να λειτουργεί ως επιτηρούμενος μέχρι το 1989 που αυτοματοποιήθηκε. Το χαρακτηριστικό του φάρου είναι τρεις λευκές αναλαμπές ανά τριάντα δευτερόλεπτα και η φωτοβολία του φθάνει τα 20 ναυτικά μίλια. Το 1996 χαρακτηρίστηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο.
3. Ο ΦΑΡΟΣ ΨΑΘΟΥΡΑΣ: Βρίσκεται στα βόρεια του ομώνυμου νησιού σε γεωγραφικό πλάτος 39ο 30΄ 3΄΄, γεωγραφικό μήκος 24ο 10΄ 9΄΄ και το εστιακό του ύψος είναι 40 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας.
Κτίστηκε στο τέλος του 19ου αιώνα και πρωτολειτούργησε το 1895 αρχικά με πετρέλαιο και χαρακτηριστικό σταθερό φως (χωρίς αναλαμπές) με φωτοβολία 19 ναυτικά μίλια. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο παρέμεινε σβηστός και ξαναλειτούργησε το 1945. Το 1987 αντικαταστάθηκε το πετρέλαιο από ηλιακή ενέργεια με την οποία λειτουργεί μέχρι σήμερα με χαρακτηριστικό μία λευκή αναλαμπή ανά 10΄΄ και φωτοβολία 17 ναυτικά μίλια.
Πρόκειται για ένα εντυπωσιακό λιθόκτιστο κτίσμα, από τους ψηλότερους στο Αιγαίο με ύψος πύργου 26 μέτρα. Το 2001 χαρακτηρίστηκε ως διατηρητέο μνημείο από το Υπουργείο Πολιτισμού.
4. ΦΑΡΟΣ ΑΡΓΥΡΟΝΗΣΟΥ: Είναι κτισμένος στο ανατολικό άκρο του νησιού το οποίο βρίσκεται στον Ευβοϊκό κόλπο απέναντι από την είσοδο του Παγασητικού. Κτίστηκε το 1899 και το ύψος του κυλινδρικού του πύργου είναι 6 μέτρα. Αρχικά λειτούργησε με πετρέλαιο, ενώ στα χρόνια της Κατοχής παρέμεινε σβηστός. Επαναλειτούργησε το 1944 ως επιτηρούμενος και πρόσφατα έχει αυτοματοποιηθεί με την αντικατάσταση του φωτιστικού πετρελαίου με ηλιακή ενέργεια. Το 2001 χαρακτηρίστηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού ως ιστορικό διατηρητέο μνημείο.
5. ΦΑΡΟΣ ΡΕΠΙ ΣΚΙΑΘΟΥ: Βρίσκεται στην ομώνυμη νησίδα και σε γεωγραφικό πλάτος 39ο 08΄ 48΄΄ και γεωγραφικό μήκος 23ο 31΄ 42΄΄ . Κτίστηκε το 1914 και ο κυλινδρικός του πύργου έχει ύψος 11 μέτρα. Το εστιακό του ύψος είναι 42 μέτρα από την επιφάνεια της θάλασσας και η φωτοβολία του φθάνει τα 16 ναυτικά μίλια.



ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΛΙΟΥΡΑΣ
Αρχιτέκτων-Μηχανικός
Προϊστάμενος της 5ης Εφορείας
Νεωτέρων Μνημείων
read more “Ιστορία των Φάρων-Φαρικό δίκτυο στην Ελλάδα”

read more “ ”

read more “ ”


read more “ ”

Οι φρουροί της θάλασσας


Νυκτερινοί σηματοδότες, αρχιτεκτονήματα μιας άλλης εποχής που με τη λάμψη τους έδιναν φως στα μαύρα πέπλα της θάλασσας του Αιγαίου. Οι ελληνικοί πέτρινοι φάροι στέκονται αγέρωχα κοντά στα βράχια της νησιωτικής Ελλάδας, ξάγρυπνοι φρουροί και προστάτες των απανταχού ναυτικών που διασχίζουν τα πελάγη.Ο αυτοματισμός στη λειτουργία του κάθε φάρου έχει αντικαταστήσει σιγά σιγάτους φαροφύλακες, οι οποίοι έμεναν ξάγρυπνοι για να δώσουν το φωτεινό σήμα στους ταξιδευτές.Το ελληνικό φαρικό δίκτυο θεωρείται από τα μεγαλύτερα, τα πυκνότερα και τα πιο οργανωμένα στον κόσμο, καθώς οι ακτές της χώρας μας έχουν μήκος 15.000 χιλιόμετρα και ισοδυναμούν με τα 6/10 του μήκους των ακτών της Αφρικής. Ο πρώτος επίσημα καταγεγραμμένος ελληνικός φάρος είναι αυτός στο Γαϊδουρονήσι της Σύρου που χτίστηκε το 1834, καθόσον η Ερμούπολη ήταν τότε το εμπορικότερο λιμάνι της χώρας. Ο φωτογράφος και συγγραφέας, Γιάννης Σκουλάς, μελέτησε το φαρικό σύστημα της Ελλάδας και με τον φωτογραφικό του φακό «έκλεψε» μοναδικές εικόνες των φάρων των νησιών μας. «Η πρώτη μου συνάντηση με τους φάρους έγινε σε μια μοναχική εκδρομή στο Ταίναρο. Έβρεχε και φυσούσε τόσο που σε έπαιρνε και σε σήκωνε κι εγώ βρήκα απάγκιο πίσω από τον ένα τοίχο του νοτιότερου φάρου της ηπειρωτικής Ευρώπης και απέμεινα ώρες εκεί. Τον αγάπησα πολύ αυτόν τον φάρο κι ήταν τότε που μου μπήκε η τρελή ιδέα να τους γυρίσω όλους: τέσσερα χρόνια αργότερα η ιδέα δεν φάνταζε τρελή, όχι επειδή είχε πλέον πραγματοποιηθεί», γράφει ο Γιάννης Σκουλάς και συνεχίζει: «Πέρασα από μεσοπέλαγα ξερονήσια, σαν αυτό της Κονδηλούσας, όπου το μόνο στοιχείο ζωής είναι ο φάρος κι αυτός ημιθανής. Περπάτησα δύο ώρες σε ανύπαρκτα δρομολόγια για να φτάσω στον Κάβο Μαλιά. Καβάλησα ένα, όχι δύστροπο πρέπει να παραδεχτώ, μουλάρι επί τρεις ώρες για να φτάσουμε παρέα με τον Γιάννη Μερτζάνι στη Ζούβρα της Ύδρας.Εγκλωβίστηκα μόνος για 4-5 ημέρες σε διάφορα φανάρια, αφού άλλαξε ο καιρός και το καΐκι δεν μπορούσε να με πάρει, κάνοντας οικονομία στις κονσέρβες. Νερό έπινα από τις στέρνες. Έκανα δική μου τη μοναξιά του φαροφύλακα και για φωτισμό χρησιμοποίησα λάμπες πετρελαίου και κεριά. Βρέθηκα σε όλους τους φάρους μετά οικίας φαροφυλάκων, όργωσα ακόμη και όλα τα ερείπια, ολοκληρώνοντας μέσα σε ένα οδοιπορικό όλο το φαρικό δίκτυο των δύο προηγούμενων αιώνων. Μα, όπου υπήρχαν φαροφύλακες, εκεί ήμουν ο εκλεκτός φιλοξενούμενος και συγχρόνως το μάννα εξ ουρανού στην απομόνωσή τους. Πίναμε τα ουζάκια μας, τηγανίζαμε κάνα ψαράκι, με κερνούσαν το κρασί «το καλό» κι άρχιζαν τους μονολόγους για ιστορίες των φάρων, για καράβια που χάθηκαν και για μέρη στοιχειωμένα, όπως στον Πάππα της Ικαρίας που ο Σίμος με απέτρεψε να κοιμηθώ σε ένα συγκεκριμένο δωμάτιο, γιατί εκεί, έλεγε, εμφανιζόταν πάντα ένα φάντασμα... Μιλούσαν για τους παλιούς συναδέλφους που είχαν ξυλόσομπες, μα τους έλειπαν τα ξύλα. Κι αν ο τόπος δεν είχε να κόψουν, κουβαλούσαν τα δεμάτια από το σπίτι. Τότε που τα κτίρια διέθεταν μόνο τέσσερις τοίχους και δύο τάβλες για κρεβάτι. Κι εκείνοι μάζευαν φύκια από την παραλία, τα ξέραιναν και τα χρησιμοποιούσαν για στρώμα. Κι όταν ερχόταν η μετάθεση, τα έβαζαν σε ένα τσουβάλι και τα έπαιρναν μαζί, γιατί δεν ήξεραν αν στον επόμενο φάρο θα ξανάβρισκαν.Ή και για πιο πρόσφατες εποχές εκεί γύρω στο '50 ή και ΄60 που σε νησιά σαν την Παραπόλα - που το επίσημο όνομά της είναι Βελοπούλα, μα επικράτησε αυτό από την αγωνία των φαροφυλάκων: «Αμαν: Πας για Βελοπούλα; Πάρε απ' όλα!». Σε νησιά λοιπόν σαν την Παραπόλα, ή την Ψαθούρα συχνά αποκλείονταν ακόμη και για ένα μήνα. Κι η βάρδιαδεν ερχόταν να σ' αλλάξει, ούτε το ταχυδρομείο, ούτε τα τρόφιμα. Κι όταν πια κόπαζε ο καιρός κι εμφανιζόταν το πανί απ΄το καΐκι με τον αντικαταστάτη σου, α... ήταν πια αργά, τέλειωναν τα δικά σου τα ρεπό: ήταν η σειρά του άλλου...».
read more “Οι φρουροί της θάλασσας”