ΦΑΡΟΣ ΠΑΠΑΣ ΙΚΑΡΙΑ www.faroi.com

ΦΑΡΟΣ ΨΑΡΟΜΥΤΑΣ

Σάββατο, 14 Νοεμβρίου 2015

Ο φαροφύλακας στο Πρασονήσι

Ο Μιχάλης Τάντουλος, 40 χρόνια άναβε τους φάρους του Αιγαίου για να περνούν τα καράβια με ασφάλεια


Πηγή : Ο φαροφύλακας στο Πρασονήσι | Η ΡΟΔΙΑΚΗ http://www.rodiaki.gr/article/278389/o-farofylakas-sto-prasonhsi#ixzz3rPonov00 
Follow us: @irodiaki on Twitter | efimeridarodiaki on Facebook


Τι ευτυχία που είναι να ξυπνάς το πρωί στον πιο ωραίο φάρο! Το βλέμμα να χάνεται εκεί που συναντά ο ουρανός τη θάλασσα και ν΄ αγναντεύεις τα διερχόμενα πλοία, περιμένοντας ν΄ ανάψεις το φανάρι μόλις πέσει ο ήλιος, ένα σημάδι που μαρτυρά πως βρίσκεσαι εκεί!
Φάροι πέτρινοι, τσιμεντένιοι ή πλινθόκτιστοι. Περήφανοι, μοναχικοί, αγέρωχοι που απλώνουν στη νύχτα το σημάδι τους σε πλοία περαστικά, κι όταν έρχεται η μέρα υποτάσσονται στο φως της.
Φαροφύλακες: Οι «μοναχοί της θάλασσας» που μένουν αποκομμένοι για μέρες όταν έχει κακοκαιρία πάνω σ΄ ένα βράχο μεγάλο στην άκρη του πουθενά. Αντίξοες συνθήκες με τη θάλασσα να φτάνει ως το φάρο και να χτυπάει στα  παράθυρα, με μόνο σκοπό να μη σβήσει ο φάρος, μια δουλειά επίπονη που κάποτε τους κρατούσε ξάγρυπνους.
Ο Μιχάλης Τάντουλος, με καταγωγή από τη Σέριφο, ήταν σαράντα χρόνια φαροφύλακας. Για δεκαετίες άναβε το φάρο με πετρέλαιο και ύστερα που λειτουργούσαν πια με ηλεκτρισμό και τη βοήθεια φωτοβολταϊκών πάνελ σιγά-σιγά η τεχνολογία αντικατέστησε και σ΄ αυτό το πόστο τον άνθρωπο. Ο ίδιος πρόλαβε και συνταξιοδοτήθηκε, όμως θέλω να μου τα πει! Πως είναι να κάθεσαι σε μια βραχονησίδα, δίπλα στη λάμπα του φάρου και ν΄ αγναντεύεις με τις ώρες τη θάλασσα και τους γλάρους.



Τι θυμάστε από τη ζωή σας μικρός;
«Θυμούμε παιδάκι τη μάνα μου: «σηκώνου πάνω Μιχαήλι, αν θέλεις να κάμεις κάτι. Αν δεν εργαστείς…»… Ο τεμπέλης ο άθρωπος υπάγεται στην κατηγορία των αποθαμένων, αλλά δεν μπορούμε να τον θάψουμε γιατί είναι ζωντανός.  Δώδεκα χρονών παιδάκι, το πρώτο μου επάγγελμα ήταν σε υποδηματοποιείο. Η δασκάλα μου η Ζηνοβία είπε στη μάνα μου «αυτό το παιδί μην το αφήσεις έτσι, να το στείλεις στα γράμματα»! Όμως οκταμελής οικογένεια στη Σέριφο, ο πατέρας μου ανθρακωρύχος, μέχρι στου Βελγίου τις στοές έφτασε και στης Ιτέας και στου Λαυρίου, δεν είχαμε τέτοια δυνατότητα. Δώδεκα χρονών με πήγε η μάνα μου σε υποδηματοποιείο, έμεινα τέσσερα χρόνια, μόλις έμαθα τη δουλειά λέω της «μάνα βγήκαν τα έτοιμα παπούτσια, δεν έχει δουλειά εδώ, θα πάω με εμποροκάικο»! Μου λέει «θα πας να θαλασσοπνιχτείς»! Πήγα, από τα 16 μου μέχρι τα 18. Ο πατέρας μου δεν ήθελε να πάω στα ανθρακωρυχεία, γιατί εκείνος μια φορά είχε πέσει, είχε πετρωθεί, η μάνα μου με τα κλάματα δεν ήθελε να είμαι στη θάλασσα.

Την αγαπούσατε όμως τη θάλασσα!
Την αγαπούσα, ήμουν ονειροπόλος. Παρουσιάστηκα στην Υπηρεσία Φάρων το 1968, έκανα έξη μήνες στη Σχολή και με τοποθέτησαν στην Κανδιλεύουσα, μια βραχονησίδα 12 μίλια μακριά από τη Νίσυρο. Ήμασταν πέντε άτομα φαροφύλακες, δουλεύαμε με βάρδιες. Εκεί κοντά ήταν κι η Σύρνα, μια ακόμα βραχονησίδα που είχε πάνω ένα τσοπάνη με τα κατσίκια του και κάτι καλόγερους. Αυτοί ήμασταν οι ψυχές οι ζωντανές πάνω στις βραχονησίδες. Κι έρχονταν οι ψαράδες και τους φιλοξενούσαμε, έφτιαχνα το καφεδάκι τους και την πορτοκαλάδα βάζοντας το νερό για να την αραιώσω… Σ΄όλη μου η ζωή, δεν έχω παράπονο, μου συμβήκανε πολλά και τα αντιμετώπισα.

Πόσους φάρους αλλάξατε;
Μετά την Κανδιλεύουσα πήγα στην Τήνο στη Λιβάδα, ύστερα επέστρεψα στην Υπηρεσία Φάρων και μετά τοποθετήθηκα στο Πρασονήσι, πρώτη φορά στο νησί μας. Μετά με στείλανε στο νομό Φθιώτιδας στην Αρκίτσα, ξανά στη Ρόδο, μετά στο Καστελλόριζο, ύστερα στη Σέριφο, μετά πάλι στο Πρασονήσι, και ύστερα στο Καστελλόριζο και πάλι στο Πρασονήσι, στο Καστελλόριζο, στο Πρασονήσι και βγήκα στη σύνταξη από δω.

Πόσες μετακομίσεις κάνατε συνολικά;
Είκοσι επτά- είκοσι οκτώ! Διπλές μετακομίσεις, κακές διαβιώσεις, δύσκολη ζωή. Τη γυναίκα μου μόνο στο Καστελλόριζο την πήρα ένα καλοκαίρι στο φάρο και στη Σέριφο μια φορά. Εγώ στα παιδιά μου ήμουν σαν μουσαφίρης. Δεν τα ήξερα τα προβλήματα των παιδιών μου, η γυναίκα μου τά λυνε.

Και οι συνθήκες στο φάρο δύσκολες;
Σκληρές, σκληρός ο χειμώνας, βδομάδες στην απομόνωση, βδομάδα μπαίνει βδομάδα βγαίνει η θύελλα να έρχεται και τα παράθυρα του φάρου να τα σκεπάζει ο αφρός, τα πουλιά να χιμούν στο φανάρι, όλος ο τόπος να σείεται, να μη βγάζεις ούτε το χέρι έξω από την πόρτα μην και σε πάρει η θάλασσα. Ο φάρος του Καστελλορίζου ήταν στη Στρογγύλη, επτά μίλια μακριά του, πολλές φορές ήμουν μοναχός, ο ουρανός, η θάλασσα, οι γλάροι κι ο Θεός. Ροδούλα μου, μόνο να σκεφτείς ότι μπορεί να έρθει ο εχθρός τη νύχτα να σε καθαρίσει! Κι όμως εγώ εκοιμόμουν με ανοιχτές τις πόρτες.

Σας συνέβη κάτι, ένα περιστατικό απροσδόκητο κάποια βραδιά;
Ήρθε ένας Τούρκος μια βραδιά, βοήθεια να μου ζητήσει. Ήρθε με μια σαμπρέλα από τροχό τρακτέρ, από κάτω είχε βάλει ξύλα και τα είχε κάνει σταυρό. Ήταν μέσα στη σαμπρέλα καθιστός, κι είχε και τα ρούχα του μαζί. Πήρα τα ρούχα του με το γάντζο. Έγραψε κατά της Τουρκίας και τον φοβερίσανε οι Τούρκοι, δημοσιογράφος ήταν κι ήρθε σε μας να τον σώσουμε. Αμέσως επήρα τ΄ όπλο. Του λέω «βγάλε τα ρούχα σου». Δε ήξερε ελληνικά να μου μιλήσει, δεν ήξερα τούρκικα. Ο άνθρωπος ό,τι του είπα όλα τα κανε. Μου ζήτησε νερό, του κρέμασα ένα μπουκάλι του το κατέβασα. Πήρα τηλέφωνο στις αρχές, να μη σου πω τι μου είπανε! Εγώ άνοιξα την πόρτα, όμορφα του φέρθηκα, κι ο άνθρωπος ήτανε καλός, ήτανε δημοσιογράφος κι έγραψε κατά της Τουρκίας και τον φοβερίσανε. Εζήτησε τσάι, ήταν τρομαγμένος, κι εκείνος κι εγώ.  Ή το 1994 ήταν που έγινε αυτό, ή το 1995. Πριν τα Ίμια, σίγουρα. Ήπιε το τσαγάκι του, με τα νοήματα μιλούσαμε, του έστρωσα στην αποθήκη και ξάπλωσε. Βάρδια με το όπλο κρατούσα όλη τη νύχτα, δεν το βγαλα από πάνω μου. Τον εκοίμισα, το πρωί ήρθαν από το Λιμεναρχείο, τον πήραν. Ακόμα υπάρχει, είναι στην Αθήνα, μου είπαν ότι ήθελε να με δει!

Τι άλλο συνέβη που θυμάστε έντονα;
Με κάτι Γερμανούς τουρίστες. Ήρθαν μεθυσμένοι τη νύχτα, τους έφερε ο ταξιτζής στις 2:30 τα ξημερώματα, χαλούσαν τον κόσμο. Λέω στους συναδέλφους μην πιάσετε τα όπλα. Λέω, «αλτ», να μην προχωρήσουν, αλλά δεν σταματούσαν. Πυροβόλησα στον αέρα με το Μ1. Αμέσως σταμάτησαν, έριξα πολλούς πυροβολισμούς. Κατουρηθήκανε. Λέει ο ταξιτζής: «φθηνά τη γλιτώσαμε»! Τους φτιάξαμε τσάι, λέει ο ένας Γερμανός «no greco αστεία»!

Πως επιθεωρούσατε τι συμβαίνει γύρω;
Με τη διόπτρα του φάρου. Και την τρίχα του παραγαδιού την έβλεπες, και τα ψάρια που πιάνανε. Μιλούσαμε με το VHF με τα ψαράδικα, με τα ξιφιάδικα… Κι είχε πολύ δουλειά ο φάρος, να σηκωθείς το πρωί να τον καθαρίσεις, να καθαρίσεις τα τζάμια, τα μηχανήματα. Όταν δούλευε παλιά με πετρέλαιο ήταν ακόμα πιο δύσκολα, να τον ανάψεις, να τον κουρδίσεις. Κι έπρεπε και να μαγειρέψουμε, οι τροφοδότες των φάρων είναι θαλασσόλυκοι, ποτέ δεν μας άφησαν χωρίς προμήθειες.

Ο πιο δύσκολος φάρος ποιος ήταν;
Των Αντικυθήρων. Είχε τρεισήμισι ώρες περπάτημα για να πας να τον βρεις. Και τι περπάτημα, και τα κατσίκια δυσκολεύονταν. Αγανάκτησα! Είχα γίνει επικελευστής πια αλλά ήθελα να παραιτηθώ, να τις βγάλω τις σαρδέλες. Κανένας δεν τον ήθελε το φάρο αυτό, μου λέγανε «μόνο εσύ μπορείς», κι έτσι μόνον εγώ παρέμενα. Είχα ένα ραδιάκι, κοιτούσα, τους γλάρους, έγραφα στιχάκια: «Θεέ μεγαλοδύναμε, κατέβα κάμε κρίση και χώρισε τον άνθρωπο από τα πάθη και τα μίση, άφησέ τον ελεύθερο στη φύση…»! Έχω γραμμένα στιχάκια πάρα πολλά. Και διάβαζα, είχαν βιβλιοθήκη οι φάροι και διάβαζα πολύ. Στις καλοσύνες, ακόμα και μέσα στο καταχείμωνο ψάρευα. Δε έχω παράπονο. Ήμουν τέτοιος άνθρωπος που τα δύσκολα τα κανα εύκολα. Αλλά πρέπει να φύγω, να σ΄ αφήσω, άργησα!

Πού πάτε τώρα;
 Πάω στην Κατταβιά, εκεί μένω, κι έχω δρόμο μπροστά μου…


Πηγή : Ο φαροφύλακας στο Πρασονήσι | Η ΡΟΔΙΑΚΗ http://www.rodiaki.gr/article/278389/o-farofylakas-sto-prasonhsi#ixzz3rPofmgxL 
Follow us: @irodiaki on Twitter | efimeridarodiaki on Facebook

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου