ΦΑΡΟΣ ΠΑΠΑΣ ΙΚΑΡΙΑ www.faroi.com

ΦΑΡΟΣ ΨΑΡΟΜΥΤΑΣ

Πέμπτη, 15 Απριλίου 2010

Χριστούγεννα στους φάρους

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΙΟΥΣΗ
«Το Νησάκι, ανάμεσα Πέτρα και Μόλυβο, είναι γυμνό κι έρημο। Δεν έχει όνομα, και οι ψαράδες που δουλεύουν σ' εκείνες τις θάλασσες το λένε απλά έτσι: «Το νησί». Σα να το είχε ξεχάσει ο Θεός όταν έχτιζε τις στεριές κι έκανε τις θάλασσες στις εφτά πρώτες μέρες του κόσμου.
Οταν τα βράδια είναι πολύ καθαρά, μπορείς να ξεχωρίσεις τα βουνά του Αθω να βγαίνουν μέσα από το πέλαγο και σιγά, πάλι να σβήνουν μαζί με τη νύχτα που έρχεται. Ο μπαρμπα - Δημήτρης, ο μοναχικός κάτοικος του έρημου νησιού, θα κάμει την τελευταία κίνηση που τον ενώνει με τους ανθρώπους και με τη ζωή: Θ' ανάψει το φως στον φάρο».
Ο γερο-φαροφύλακας μπαρμπα-Δημήτρης, στο βιβλίο «Αιγαίο» του Ηλία Βενέζη πήγαινε στην αντικρινή στεριά, μια φορά το μήνα, έπαιρνε τις προμήθειές του, το αλεύρι, το λάδι, τα γεννήματα που του χρειάζονταν, μιλούσε με παλιούς του φίλους, μάθαινε νέα για τη χώρα. Ο τελωνοφύλακας του έδινε το μισθό και ο μπαρμπα - Δημήτρης γύριζε στον φάρο με τη βάρκα του.
Οι φαροφύλακες
«Ειδικά τέτοιες μέρες η μοναξιά στον φάρο ήταν ανυπόφορη» μας λέει ο Δημήτρης Καλαμπόκης, συνταξιούχος, επί 35 χρόνια φαροφύλακας. «Δεν θυμάμαι πόσες φορες έχω κάνει Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά πάνω σε φάρους και φαρόπλοια. Στο Δύσβατο μεταξύ Ανδρου και Τήνου, στο Σίγρι, στη Χαλκίδα, στις Σπέτσες και αλλού. Αμα είσαι μακριά από τους δικούς σου πώς να περάσεις. Μοναξιά, απελπισία. Τι άλλο. Στη μέση του πουθενά, θάλασσα και ουρανός, μόνος χωρίς κινητά και ασύρματο. Παίρναμε τα τρόφιμα απ' έξω για να περάσουμε τις γιορτές, γλυκά, κανένα κονιάκ να ζεσταθούμε, καφέ, τσιγάρα, τα απαραίτητα. Κάναμε τις δουλειές στον φάρο, καθαρίζαμε και μετά ύπνο και διάβασμα. Η βάρδια δικαιολογούσε δύο φαροφύλακες, αλλά έμενε ένας για να πάει ο άλλος στην οικογένειά του, Χριστούγεννα ή Πρωτοχρονιά. Συντηρούσαμε τα μηχανήματα βάζαμε πετρέλαιο και μετά αέρα στην αεροδόχη για να λειτουργήσει σωστά η λυχνία πυράκτωσης του φάρου».
«Στιγμές που δεν ξεχνιούνται πάνω σε μια στεριά που τη βρέχει η θάλασσα έχω ζήσει άπειρες» προσθέτει ο Ηρακλής Ζησιμόπουλος, είκοσι έξι χρόνια φαροφύλακας, πολλά από αυτά στο Καστελόριζο. «Ενα μήνα σερί πάνω στον φάρο ξέρεις τι είναι; Σκέφτεσαι ξανασκέφτεσαι, ακούς τα κύματα και τον άνεμο, βλέπεις τα πλοία να περνούν, εσύ εκεί. Μέρα-νύχτα. Ο φάρος ήταν το σπίτι μου. Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά ήταν δύσκολα, το μυαλό ήταν στο σπιτικό με την οικογένεια. Δεν είχε κινητά και τηλεόραση. Ηταν άλλες εποχές. Πάλευες με τη μοναξιά. Οταν έπεφτε η νύχτα, κάθε δύο ώρες κουρδίζαμε τον φάρο για να μη σταματήσει η περιστροφή. Δεν ήταν ηλιακό, ήταν με πετρέλαιο».
«Αναρωτιέμαι τι να ήταν αυτό που με οδήγησε στο να αρχίσω να φωτογραφίζω φάρους» έγραφε στο εισαγωγικό του πρώτου του βιβλίου «Φάροι, Πέτρα και Φως» το 1997 ο Γιάννης Σκουλάς. «Ισως η αιτία να βρίσκεται στο ποίημα του Ζακ Πρεβέρ για τον "φαροφύλακα που αγαπάει πολύ τα πουλιά", που είχα διαβάσει στα εφηβικά μου χρόνια. Λυπάται τα πουλιά που, τυφλωμένα από τη λάμψη του φάρου, τσακίζονται κατά εκατοντάδες επάνω του. Ετσι, σβήνει το φως μ' ένα κούνημα των ώμων "σκοτούρα μου". Μα πέρα, μακριά, ένα φορτηγό πλοίο ναυάγησε -ήταν φορτωμένο με πουλιά απ' τα νησιά. Χιλιάδες πνιγμένα πουλιά... Μπορεί, πάλι, να επηρεάστηκα από 'κείνη εκεί την κλασική ταινία με τον Γιουλ Μπρίνερ "Ο φάρος στην άκρη του κόσμου", που την πρωτοείδα, πάνε καμιά δεκαπενταριά χρόνια τώρα, γαντζωμένος στην καρέκλα μου. Η αφορμή, πάντως, πρέπει να είναι η γλυκιά θαλπωρή που μου προσέφερε η μία πλευρά του φάρου στο Ταίναρο, όταν γύρω μου λυσσομανούσε ο αγέρας κι η νύχτα έπεφτε βαριά και γρήγορη, έναν Οκτώβρη κάμποσα χρόνια πριν».
Δεκατρία χρόνια μετά ο Γιάννης Σκουλάς μάς ξαναταξιδεύει στη μαγεία της χώρας των φάρων με το βιβλίο του «Φάροι, φωτίζοντας τη νύχτα», εκδόσεις Χριστάκη. Η χώρα αυτή είναι η χώρα της νύχτας, η χώρα της σιωπής και της μοναξιάς. Την ίδια όμως στιγμή, κι εδώ βρίσκεται το οξύμωρο, είναι και η χώρα του φωτός και της ελπίδας. Είναι το ταξίδι του φωτός μέσα στο σκότος- η διείσδυση μιας ακτίνας φτιαγμένης από τον καμβά της ελπίδας, βαθιά μέσα στο έρεβος. Είναι η σιωπή και η ενδοσκόπηση που αναπόφευκτα επέρχεται, κι έπειτα η σοφία που την ακολουθεί- γι' αυτό και οι φαροφύλακες, ακόμη και οι πιο παλιοί που ήταν αγράμματοι -και κυρίως αυτοί!- ήταν άνθρωποι σοφοί. Και είναι η μοναξιά και η απομόνωση, που όμως ισοσκελίζεται με την εσωτερική.
Η έρευνα βασίστηκε κυρίως στις εκδόσεις («φαροδείκτες») της Υπηρεσίας Φάρων του Πολεμικού Ναυτικού των ετών 1912 και 1957. Ο φαροδείκτης του 1912 είναι ιδιαίτερα αντιπροσωπευτικός, αφού οι περισσότεροι «φάροι μετά οικίας φαροφυλάκων» κτίστηκαν μεταξύ του 1822 και του 1910. Ομως τέσσερις από αυτούς έχουν αλλάξει πλέον ριζικά εμφάνιση και παρουσιάζονται τώρα ανανεωμένοι. Αυτοί είναι ο φάρος της Κόπραινας, μετά την αναστήλωση και μετατροπή του σε Μουσείο Φάρων, ο φάρος της Γαύδου, που επίσης αναστηλώθηκε και μετατράπηκε σε ένα ιδιότυπο «μουσείο» με σχέδια -εξαιρετικά ομολογουμένως- αποκλειστικά του Γήση Παπαγεωργίου, και οι πρόσφατα αποκατασταθέντες φάροι της Ιου και του Κάστρου της Μυτιλήνης, οι οποίοι δεν υπήρχαν καθόλου στο προηγούμενο βιβλίο.
Μνήμες και όνειρα
«Στη νέα έκδοση έγινε μεγάλη προσπάθεια να βρεθούν και να φωτογραφηθούν και όσοι από τους φάρους δεν είναι πλέον σε χρήση, είτε διότι έχουν ερειπωθεί από δεκαετίες είτε διότι δεν υπάρχει πλέον ανάγκη για φως στο συγκεκριμένο σημείο. Ετσι, συμπεριλήφθηκαν και ταπεινά σπιτάκια με κεραμίδια, χωρίς ψηλούς πύργους και πέτρινα δεσίματα στις γωνίες. Επίσης, παρουσιάζονται φάροι οι οποίοι, αντί για πύργο, διέθεταν μια σιδερένια στήλη, όπου κρεμόταν ο φανός και μέσω τροχαλιών ο φαροφύλακας τον ανέβαζε ή τον κατέβαζε. Εμφανίζεται ακόμη και η, ολομάρμαρη κάποτε, στήλη Παναγία Νησιώτισσα, έξω από τους Ωρεούς, καθώς και μία ιδιόμορφη οκτάγωνη κατασκευή από τσιμεντόλιθους (!) απροσδιόριστης χρονολογίας, στο βόρειο άκρο της νήσου Δίας (Ντία) στην Κρήτη. Συνολικά οι φάροι που προστέθηκαν σε αυτό το λεύκωμα είναι οι εξής είκοσι έξι: Λευκίμμη Κέρκυρας, Μέλισσα και Αγιος Ανδρέας Ιθάκης, Πάπας Αραξου, Αγιος Νικόλαος Πάτρας, Μόρνος, Αψηθιά Γαλαξιδίου, Γερολιμένας, Σαν Τζώρτζης Σαρωνικού, Βερδούγι Ευβοϊκού, Σκάλα Αταλάντης, Παναγία Νησιώτισσα, Σέσκλο Βόλου, Δασκαλονήσι Σκιάθου, Κάστρο Μυτιλήνης, Κότζικας Σάμου, Μέριχας Κύθνου, Καμάρες Σίφνου, Φανάρι Ιου, Αγιος Ηλίας Αμοργού, Λέβιθα Δωδεκανήσων, Κούτσουμπας Σύμης και Κουφονήσι, Βαμβακιά, Μικρονήσι και Δίας στην Κρήτη. Τέλος, υπάρχει και μία φωτογραφία ενός μεταλλικού πυργίου στον Χονδρό Κάβο της Κρήτης, η οποία επιλέχτηκε επειδή... είναι ωραία».
«Η ύπαρξη των φάρων συνδέεται με την προσπάθεια των πρώτων θαλασσοπόρων να διασχίσουν τις θάλασσες μεταφέροντας αγαθά και γνώση» σημειώνει η Ιωάννα Παπαγιάννη, καθηγήτρια στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, συντονίστρια Ευρωπαϊκού Προγράμματος EC-Pharos. «Με τη μορφή πυρσών, όπως αναφέρεται στα Ομηρικά έπη, ή εντυπωσιακών πύργων σύγχρονης τεχνολογίας, οι φάροι παραμένουν σταθερά χωρόσημα στον ορίζοντα στα όρια ξηράς - θάλασσας, τα οποία παρέχουν φωτεινό σήμα, αναλαμπή, ορατό από μεγάλη απόσταση, ώστε άστρα και φάροι να οδηγούν επί αιώνες τα ποντοπόρα πλοία. Σήμερα με τη χρήση των δορυφορικών συστημάτων GPS δεν είναι απαραίτητο το οπτικό σήμα για τη ναυσιπλοΐα. Ομως, στους πέτρινους πύργους των φάρων είναι φυλαγμένα μνήμες και όνειρα, και αποτυπώνεται όλη η προσπάθεια του ανθρώπου να ξεπεράσει τις φυσικές αντιξοότητες, να αναπτύξει τεχνολογία, να απλωθεί στο Σύμπαν».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου